Αόρατα ελάφια (2)

Μετανάστευσα στη Σουηδία γιατί δεν άντεχα την πείνα του κυνηγημένου. Δεν τα έβγαζα
πέρα με τη βία που με ακολουθούσε παντού σα σκιά. Δεν μπορούσα να την αντιμετωπίσω
ούτε καν γράφοντας. Η μυθοπλασία δεν ήταν του χεριού μου. Μια κοπέλα με ολόλευκο
νυφικό σ’ ένα ανοιχτό φέρετρο λίγες στιγμές πριν την ταφή, είναι μια κοπέλα με ολόλευκο νυφικό σ’ ένα ανοιχτό φέρετρο – μια εικόνα που παγώνει στο χρόνο και αφαιρεί από το νου μου τα λόγια, ισοπεδώνει κάθε τοπίο μέσα μου και με καθηλώνει. Γνώρισα τον αδελφό της λίγα χρόνια μετά τη δολοφονία της. Έμενε με τους γονείς του σ’ ένα διαμέρισμα στην Ανθούπολη. Τον έβλεπα συχνά, και κάθε φορά μου έδειχνε τις ζωγραφιές της Σταματίνας. Η πίκρα του είχε μεταμορφωθεί σε κυνισμό, κι ένιωθα πως οτιδήποτε τον περιτριγύριζε ήταν στα μάτια του περιττό.
Η ζωή είναι ένα καράβι, κι όταν φτάσει πια η στιγμή να ξεμπαρκάρουμε θυμόμαστε μόνο
όσους αγαπήσαμε. Ο Γιώργος θυμόταν μόνο την αδελφή του – ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει το καράβι. Η μνήμη αγγίζει καλύτερα ό,τι δεν μπορούμε να ορίσουμε. Η δική μου, ώρες-ώρες, αγγίζει τ’ απομεινάρια ενός απολιθωμένου δάσους γεμάτου τρυφερότητα και βία. Το 1974, δυο μήνες πριν το τέλος της δικτατορίας, έτρεχα μια νύχτα να ξεφύγω από τους ασφαλίτες κοντά στο Λεόντειο Λύκειο Νέας Σμύρνης. “Θα σου την ανάψω”, είχε βροντοφωνήσει ένας τους, τότε που οι αστυνομικοί φοβούνταν λιγότερο από τους σημερινούς αφού σε προειδοποιούσαν πρώτα. Ήταν οι αγνοί μπάτσοι της δικτατορίας και με είχαν δει να βαδίζω αμέριμνος γύρω στα μεσάνυχτα, γεγονός που τους φάνηκε ύποπτο γιατί ήμουν ολομόναχος με τα μακριά μου μαλλιά ν’ ανεμίζουν στο μαγιάτικο αέρα, σ’ ένα απότα πιο απόμερα στενά της γειτονιάς. Ήμουν ευτυχισμένος και οι μπάτσοι δεν άντεξαν την ευτυχία μου και με γονάτισαν στην άσφαλτο προτού φτάσω στις μαγικές κρυψώνες των κήπων. Τους ξέφυγα χτυπώντας τους με τη μανία ενός αγοριού που δεν είχε καν κλείσει τα δεκατέσσερα και που έξι μήνες νωρίτερα είχε μαγευτεί από τη φράση “είμαστε άοπλοι” των εξεγερμένων του Πολυτεχνείου. Οι αστυνομικοί ένιωσαν τη βία στο κορμί τους και ξαφνιάστηκαν. Κι όσο ήμουν μικρός, πίστευα πως η βία είχε αποκλειστικά κάτι το άμεσο και σωματικό –πέρασε καιρός ώσπου να νιώσω πόσο είχα δηλητηριαστεί μέσα μου, ώσπου να ψυχανεμιστώ πως οι αόρατες πληγές βαθαίνουν όταν σε τσακίζουν οι άνθρωποι της δικής σου υπέροχης πυρηνικής οικογένειας. Έξω, υπάρχει απλώς ο κόσμος των συνηθισμένων κοινωνικών επαφών που εκτυλίσσονται μέσα στη μικροπρέπεια, μια μορφή βίας που χαράζεται στα πρόσωπα χαρίζοντάς τους μια μόνιμη μάσκα απανθρωπιάς. Αλλά είναι μια μάσκα που μαθαίνεις εύκολα να τη διαβάζεις.
Δέκα χρόνια μετά το περιστατικό με τους ασφαλίτες, περιπλανιόμουν στην Ανθούπολη
προσπαθώντας να γνωρίσω μια άλλου είδους βία που αφορούσε όσα έκαναν τα αγόρια και
τα κορίτσια στο ίδιο τους το κορμί, όταν πια άρχιζαν να εγκαταλείπουν τη νιρβάνα του
χασισιού για να βυθιστούν στην ηρωίνη. Ό,τι δεν μπορούσε να κάνει ο ξυλοδαρμός το
κατάφερνε η πρέζα. Φαινομενικά, ήταν εύκολο να μιλήσεις για κατηγορίες και να εντάξεις σε ομάδες και κουλτούρες, στην πραγματικότητα όμως οι αλήθειες ήταν όσες και οι άνθρωποι. Μοιραζόμασταν ένα διάχυτο πόνο. Έτσι τουλάχιστον πίστευα τότε. Τα παιδιά στην Ανθούπολη δοκίμαζαν τα στιλέτα τους πετώντας τα στην ξύλινη επένδυση των μπαρ. Τα ποτά που έπιναν ήταν νοθευμένα και το χασίσι κακής ποιότητας – το καλό πιώμα ήταν σπάνιο σαν τετράφυλλο τριφύλλι κι ήταν συνήθως ρεζερβέ για τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών που δεν είχαν ακούσει ποτέ για την Ανθούπολη. Αδέξιος και νέος καθώς ήμουν, νόμιζα πως θα μπορούσα ν’ αλλάξω τα πράγματα, ν’ αλλάξω τη ζωή.
/…/
Γιώργης Μαθόπουλος

Για το μυθιστόρημα (στο σεμινάριο επιτρέπεται το κόρτε)

VirginiaWoolf
H Virginia Woolf …κάποτε
………………………..
Μερικές φορές ονειρεύομαι πως κάνω ένα σεμινάριο για το μυθιστόρημα και πως οι συμμετέχοντες ζωγραφίζουν με μαλακό παστέλ στα χαρτιά όπου υποτίθεται πως κρατούν σημειώσεις. Στο σεμινάριο σερβίρεται τσάι. Στο σεμινάριο επιτρέπεται το κόρτε και χρησιμοποιείται κατάλληλα στη διάδραση με τρόπο που να μην προσβάλλονται οι συμμετέχοντες. Το ηλιοβασίλεμα είναι φυσικά μέσα στην ύλη.
Γιώργης Μαθόπουλος
Μάης 2015
α) Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα “ΚΑΙ ΣΑΝ ΣΚΙΕΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ” // “RETORNAMOS COMO SOMBRAS” του PACO IGNACIO TAIBO II (2001) //μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος/ εκδόσεις Άγρα, 2005
σελίδες 413, 414

Υπάρχουν ορισμένοι που πιστεύουν ότι ένα μυθιστόρημα πρέπει να τα εξηγεί όλα. Ότι το μυθιστόρημα πρέπει να διορθώνει τη ζωή και τις ανακολουθίες της. Ήταν ποτέ η ζωή συνεπής; Και γι’ αυτό πιστεύουν ότι ο συγγραφέας βρίσκεται στο κέντρο του χώρου και του χρόνου, για να δίνει αρχή και τέλος στις ιστορίες (γνωρίζετε μήπως εσείς κάποια ιστορία που να έχει τέλος, στην κυριολεξία τέλος, τέλος, τέλος;), να συνδέει, να γεμίζει τρύπες και να διαλύει νεφελώδη σημεία, να εξηγεί πλήρως τη συμπεριφορά των προσώπων του.
Υπάρχουν ορισμένοι που νομίζουν πως το μυθιστόρημα έχει ενημερωτική λειτουργία και παιδαγωγικό στόχο. Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Το μυθιστόρημα δεν γράφεται για να βάλει τάξη στο χάος. Τα μυθιστορήματα δεν είναι για να βάλουν τάξη σε καμία μαλακία. Το μυθιστόρημα δεν γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τους εραστές της τάξης. Είναι για να απολαμβάνεις τον ίλιγγο, για να τα κάνει άνω κάτω, για να το φχαριστιέσαι και να το μπουρδουκλώνεις.
Δεν χρειάζονται απαντήσεις στις ερωτήσεις, αλλά κι άλλες, καινούργιες και πιο ανησυχητικές ερωτήσεις.

β) Η VIRGINIA WOOLF ισχυρίζεται πως η προσωπικότητα και η αλήθεια είναι αντικρουόμενες έννοιες και παρότι η αλήθεια είναι απαραίτητη στη βιογραφία, δεν συνδυάζεται εύκολα /…/ με τη μυθοπλασία ή με την περιγραφή της εσωτερικής ζωής.
(από τις ‘Σημειώσεις’ στο “ORLANDO”)

Στο “Η ΝΕΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ”, γράφει η WOOLF: /…/ η αλήθεια διαθέτει γρανιτένια στερεότητα ενώ η προσωπικότητα διαθέτει την απροσδιοριστία του ουράνιου τόξου.
(από τις ‘Σημειώσεις’ στο “ORLANDO”)

“Το πράσινο στη φύση διαφέρει από το πράσινο στη λογοτεχνία. Η φύση και τα γράμματα φαίνεται πως έχουν μια αμοιβαία φυσική αντιπάθεια: αν τα φέρεις κοντά, αλληλοεξοντώνονται”.
VIRGINIA WOOLF, “ORLANDO” (από το πρώτο κεφάλαιο)
(μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου/ Ελληνικά Γράμματα, 2005)

Στο ίδιο έργο:
“Η μνήμη είναι αυτή που περνάει την κλωστή της παντού και στα πάντα”.
(σελίδα 105)

“/…/ η διαδικασία του υπολογισμού της διάρκειας μιας ανθρώπινης ζωής /…/ είναι πέρα από την ικανότητά μας, γιατί μόλις δηλώσουμε πως διαρκεί πολύ, μας υπενθυμίζεται πως είναι συντομότερη από την πτώση ενός πετάλου μιας τριανταφυλλιάς στο χώμα”.
(σελίδα 126)

Sui Generis: Ακραίο Κέντρο, «νομιμότητα» και η «εισβολή» στη Βουλή-4.4.2015-Με τον Αυγουστίνο Ζενάκο

https://www.mixcloud.com/widget/iframe/?embed_type=widget_standard&embed_uuid=3c4760e6-c40e-4dd3-8a68-54eb5556d09f&feed=https%3A%2F%2Fwww.mixcloud.com%2Faugustinezenakos%2F%25CE%25B1%25CE%25BA%25CF%2581%25CE%25B1%25CE%25AF%25CE%25BF-%25CE%25BA%25CE%25AD%25CE%25BD%25CF%2584%25CF%2581%25CE%25BF-%25CE%25BD%25CE%25BF%25CE%25BC%25CE%25B9%25CE%25BC%25CF%258C%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2584%25CE%25B1-%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B9-%25CE%25B7-%25CE%25B5%25CE%25B9%25CF%2583%25CE%25B2%25CE%25BF%25CE%25BB%25CE%25AE-%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B7-%25CE%25B2%25CE%25BF%25CF%2585%25CE%25BB%25CE%25AE-sui-generis-442015%2F&hide_cover=1&hide_tracklist=1&replace=0

Ακραίο Κέντρο, «νομιμότητα» και η «εισβολή» στη Βουλή | Sui Generis 4.4.2015 by Sui Generis on Mixcloud